to cremate
cre
ˈkri
kri
mate
meɪt
meit
createcrenate

Ορισμός και σημασία του "cremate"στα αγγλικά

to cremate
01

κηδεύω με καύση, αποτεφρώνω

to burn a dead body until it turns to ashes 
to cremate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cremate
γ΄ ενικό πρόσωπο
cremates
ενεστώτα μετοχή
cremating
απλός αόριστος
cremated
παθητική μετοχή
cremated
Παραδείγματα
The family decided to cremate their grandfather. 

Η οικογένεια αποφάσισε να κηδεύσει τον παππού τους με καύση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store