Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cremate
01
κηδεύω με καύση, αποτεφρώνω
to burn a dead body until it turns to ashes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cremate
γ΄ ενικό πρόσωπο
cremates
ενεστώτα μετοχή
cremating
απλός αόριστος
cremated
παθητική μετοχή
cremated
Παραδείγματα
The family decided to cremate their grandfather.
Η οικογένεια αποφάσισε να κηδεύσει τον παππού τους με καύση.
Λεξικό Δέντρο
cremation
cremate



























