Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to creep up
[phrase form: creep]
01
αυξάνομαι σταδιακά, ανεβαίνω αργά
to gradually add to the amount, number, price, etc. of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
creep
ενεστώτας
creep up
γ΄ ενικό πρόσωπο
creeps up
ενεστώτα μετοχή
creeping up
απλός αόριστος
crept up
παθητική μετοχή
crept up
Παραδείγματα
As the project progressed, the scope began to creep up, requiring additional resources and time.
Καθώς το έργο προχωρούσε, το πεδίο εφαρμογής άρχισε να αυξάνεται σταδιακά, απαιτώντας πρόσθετους πόρους και χρόνο.



























