creep up
creep
kri:p
κρηπ
up
ʌp
απ
/kɹˈiːp ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "creep up"στα αγγλικά

to creep up
[phrase form: creep]
01

αυξάνομαι σταδιακά, ανεβαίνω αργά

to gradually add to the amount, number, price, etc. of something
to creep up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
creep
ενεστώτας
creep up
γ΄ ενικό πρόσωπο
creeps up
ενεστώτα μετοχή
creeping up
απλός αόριστος
crept up
παθητική μετοχή
crept up
Παραδείγματα
As the project progressed, the scope began to creep up, requiring additional resources and time.
Καθώς το έργο προχωρούσε, το πεδίο εφαρμογής άρχισε να αυξάνεται σταδιακά, απαιτώντας πρόσθετους πόρους και χρόνο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store