to creep up
creep
kri:p
krip
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "creep up"στα αγγλικά

to creep up
01

αυξάνομαι σταδιακά, ανεβαίνω αργά

to gradually add to the amount, number, price, etc. of something 
to creep up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
creep
ενεστώτας
creep up
γ΄ ενικό πρόσωπο
creeps up
ενεστώτα μετοχή
creeping up
απλός αόριστος
crept up
παθητική μετοχή
crept up
Παραδείγματα
Prices at the gas pump started to creep up, causing concerns among commuters. 

Οι τιμές στις αντλίες βενζίνης άρχισαν να ανεβαίνουν σταδιακά, προκαλώντας ανησυχία στους επιβάτες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store