Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to creep up
01
αυξάνομαι σταδιακά, ανεβαίνω αργά
to gradually add to the amount, number, price, etc. of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
creep
ενεστώτας
creep up
γ΄ ενικό πρόσωπο
creeps up
ενεστώτα μετοχή
creeping up
απλός αόριστος
crept up
παθητική μετοχή
crept up
Παραδείγματα
Prices at the gas pump started to creep up, causing concerns among commuters.
Οι τιμές στις αντλίες βενζίνης άρχισαν να ανεβαίνουν σταδιακά, προκαλώντας ανησυχία στους επιβάτες.



























