Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crawling
01
σέρνομαι, ερπυσμός
a slow mode of locomotion on hands and knees or dragging the body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crawlings



























