cravat
cra
krə
κρα
vat
ˈvæt
βαιτ

Ορισμός και σημασία του "cravat"στα αγγλικά

01

γραβάτα, κασκόλ

a short wide neckband folded inside the collar of the shirt by men, originally by Croats in the 17th century 
cravat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cravats

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store