Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cravat
01
γραβάτα, κασκόλ
a short wide neckband folded inside the collar of the shirt by men, originally by Croats in the 17th century
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cravats



























