cravat
cra
ˈkræ
κραι
vat
væt
βαιτ
/kɹˈævæt/

Ορισμός και σημασία του "cravat"στα αγγλικά

01

γραβάτα, κασκόλ

a short wide neckband folded inside the collar of the shirt by men, originally by Croats in the 17th century
cravat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cravats
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store