Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crape
01
κρέπα, ελαφρύ λεπτό ύφασμα με τσαλακωμένη επιφάνεια
a soft thin light fabric with a crinkled surface
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crapes
02
κρέπα, λεπτή τηγανίτα
small very thin pancake
to crape
01
σγουραίνω, στριφογυρίζω
curl tightly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crape
γ΄ ενικό πρόσωπο
crapes
ενεστώτα μετοχή
craping
απλός αόριστος
craped
παθητική μετοχή
craped
02
κυρτώνω, τσαλακώνω
an African shrike
03
καλύπτω με κρέπα, στολίζω με κρέπα
cover or drape with crape



























