crape
Pronunciation
/kɹˈeɪp/

Ορισμός και σημασία του "crape"στα αγγλικά

01

κρέπα, ελαφρύ λεπτό ύφασμα με τσαλακωμένη επιφάνεια

a soft thin light fabric with a crinkled surface
crape definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crapes
02

κρέπα, λεπτή τηγανίτα

small very thin pancake
crape definition and meaning
to crape
01

σγουραίνω, στριφογυρίζω

curl tightly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crape
γ΄ ενικό πρόσωπο
crapes
ενεστώτα μετοχή
craping
απλός αόριστος
craped
παθητική μετοχή
craped
02

κυρτώνω, τσαλακώνω

an African shrike
03

καλύπτω με κρέπα, στολίζω με κρέπα

cover or drape with crape
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store