Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to crank out
01
παράγω μαζικά, δημιουργώ γρήγορα
to produce or create something quickly and in large quantities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
crank
ενεστώτας
crank out
γ΄ ενικό πρόσωπο
cranks out
ενεστώτα μετοχή
cranking out
απλός αόριστος
cranked out
παθητική μετοχή
cranked out
Παραδείγματα
The bakery had to crank out hundreds of pastries to meet the high demand during the festival.
Το φούρνο έπρεπε να παράγει μαζικά εκατοντάδες γλυκά για να καλύψει τη υψηλή ζήτηση κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ.



























