Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to crank out
[phrase form: crank]
01
παράγω μαζικά, δημιουργώ γρήγορα
to produce or create something quickly and in large quantities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
crank
ενεστώτας
crank out
γ΄ ενικό πρόσωπο
cranks out
ενεστώτα μετοχή
cranking out
απλός αόριστος
cranked out
παθητική μετοχή
cranked out
Παραδείγματα
The artist set up a makeshift studio to crank out paintings for the upcoming gallery exhibition.
Ο καλλιτέχνης δημιούργησε ένα προσωρινό στούντιο για να παράγει μαζικά πίνακες για την επερχόμενη έκθεση γκαλερί.



























