Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cowardly
01
δειλός, φυγόπονος
lacking courage, typically avoiding difficult or dangerous situations
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cowardly
συγκριτικός βαθμός
more cowardly
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was called cowardly for refusing to stand up to the bully.
Τον αποκάλεσαν δειλό επειδή αρνήθηκε να αντιμετωπίσει τον νταή.
1.1
δειλός
(of an action) done in a way that targets someone who cannot defend themselves
Παραδείγματα
The mugger's cowardly attack on the elderly man shocked the community.
Η δειλή επίθεση του ληστή στον ηλικιωμένο άντρα σόκαρε την κοινότητα.
cowardly
01
δειλά
in a manner characterized by lack of courage or bravery
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She ran cowardly from the scene when confronted with the challenge.
Έφυγε δειλά από τη σκηνή όταν αντιμετώπισε την πρόκληση.
Λεξικό Δέντρο
cowardliness
cowardly
coward



























