covered
Pronunciation
/ˈkəvɝd/

Ορισμός και σημασία του "covered"στα αγγλικά

01

καλυμμένος, προστατευμένος

protected or shielded by something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most covered
συγκριτικός βαθμός
more covered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The covered porch provided a nice spot to relax during the rain.
Η σκεπασμένη βεράντα προσέφερε ένα ωραίο σημείο για χαλάρωση κατά τη διάρκεια της βροχής.

Λεξικό Δέντρο

discovered
uncovered
covered
cover
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store