covered
co
ˈkʌ
ka
vered
vəd
vēd
coveted

Ορισμός και σημασία του "covered"στα αγγλικά

01

καλυμμένος, προστατευμένος

protected or shielded by something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most covered
συγκριτικός βαθμός
more covered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She wore a covered dress for the party. 

Φόρεσε ένα καλυμμένο φόρεμα για το πάρτι.

Λεξικό Δέντρο

discovered
uncovered
covered
cover
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store