Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coverage
01
κάλυψη, ρεπορτάζ
the reporting of specific news or events by the media
Παραδείγματα
The news coverage of the event was extensive and detailed.
Η κάλυψη της εκδήλωσης από τα μέσα ενημέρωσης ήταν εκτενής και λεπτομερής.
02
κάλυψη, έκταση
the extent or degree to which something is covered or included
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
coverages
Παραδείγματα
The insurance policy offers comprehensive coverage for accidents, theft, and natural disasters.
Η ασφαλιστική πολιτική προσφέρει ολοκληρωμένη κάλυψη για ατυχήματα, κλοπές και φυσικές καταστροφές.
03
κάλυψη, ασφάλιση
the scope and amount of insurance protection held against loss or damage
Παραδείγματα
His car insurance has full coverage.
Η ασφάλιση αυτοκινήτου του έχει πλήρη κάλυψη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
coverage
cover



























