cove
cove
kəʊv
κεουβ
clove

Ορισμός και σημασία του "cove"στα αγγλικά

01

όρμος, μικρός κόλπος

a small curved area of land that partly encloses a specific part of the sea 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
coves
Παραδείγματα
The beach nestled within the cove offered calm waters for swimming. 

Η παραλία που βρισκόταν μέσα στο ορμίσκο προσέφερε ήρεμα νερά για κολύμπι.

02

όρμος, σπήλαιο

a small, narrow cave or recess in the side of a cliff or mountain 
Παραδείγματα
They took shelter in a cove during the sudden rain. 

Κάθισαν σε μια όρμο κατά τη διάρκεια του ξαφνικού βροχή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store