courting
cour
ˈkɔr
κορ
ting
tɪng
τινγκ
/kˈɔːtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "courting"στα αγγλικά

01

ερωτοτροπία, γάμος πρόταση

the act of a man seeking the affections of a woman, typically with the intention of marriage
courting definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Courting can include giving gifts, writing letters, or taking someone out socially.
Η ερωτοτροπία μπορεί να περιλαμβάνει τη δωροδότηση, τη συγγραφή επιστολών ή τη σύναψη κοινωνικής επαφής με κάποιον.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store