Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Courting
01
ερωτοτροπία, γάμος πρόταση
the act of a man seeking the affections of a woman, typically with the intention of marriage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Courting in the 19th century often involved formal visits and chaperones.
Γαμήλια τον 19ο αιώνα συχνά περιλάμβαναν επίσημες επισκέψεις και συνοδούς.
Λεξικό Δέντρο
courting
court



























