courage
cou
ˈkʌ
ka
rage
rɪʤ
rij
carriage

Ορισμός και σημασία του "courage"στα αγγλικά

01

θάρρος, ανδρεία

the quality to face danger or hardship without giving in to fear 
courage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
It takes a lot of courage to speak in front of a large audience. 

Απαιτείται πολύ θάρρος για να μιλήσεις μπροστά σε ένα μεγάλο ακροατήριο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

courageous
courage
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store