airship
air
ˈeə
e
ship
ʃɪp
ship

Ορισμός και σημασία του "airship"στα αγγλικά

01

αερόπλοιο, κατευθυνόμενο αεροσκάφος

a self-propelled aircraft that can be steered, typically lighter than air and powered by engines 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
airships

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

airship
air
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store