Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to counteract
01
αντιδρώ, εξουδετερώνω
to act against something in order to reduce its effect
Transitive: to counteract effects of something
Λεξικό Δέντρο
counteraction
counteractive
counteract
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αντιδρώ, εξουδετερώνω
Λεξικό Δέντρο