counterbalance
coun
ˈkaʊn
kawn
ter
ba
ˌbæ
lance
ləns
lēns

Ορισμός και σημασία του "counterbalance"στα αγγλικά

Counterbalance
01

αντίβαρο, ισορροπία

a weight or mechanism used to provide stability and balance by offsetting the weight of another object or system 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
counterbalances
Παραδείγματα
The heavy base acts as a counterbalance to the tall structure. 

Η βαριά βάση λειτουργεί ως αντίβαρο στο ψηλό κατασκεύασμα.

02

αντίβαρο

a compensating equivalent 
03

αντίβαρο, ισορροπία

equality of distribution 
to counterbalance
01

εξισορροπώ, αντισταθμίζω

adjust for 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
counterbalance
γ΄ ενικό πρόσωπο
counterbalances
ενεστώτα μετοχή
counterbalancing
απλός αόριστος
counterbalanced
παθητική μετοχή
counterbalanced
02

εξισορροπώ, αντισταθμίζω

oppose and mitigate the effects of by contrary actions 
03

εξισορροπώ, αντισταθμίζω

contrast with equal weight or force 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store