Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Counterbalance
01
αντίβαρο, ισορροπία
a weight or mechanism used to provide stability and balance by offsetting the weight of another object or system
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
counterbalances
Παραδείγματα
The lever system relies on a counterbalance for smooth functioning.
Το σύστημα μοχλού βασίζεται σε ένα αντίβαρο για ομαλή λειτουργία.
02
αντίβαρο
a compensating equivalent
03
αντίβαρο, ισορροπία
equality of distribution
to counterbalance
01
εξισορροπώ, αντισταθμίζω
adjust for
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
counterbalance
γ΄ ενικό πρόσωπο
counterbalances
ενεστώτα μετοχή
counterbalancing
απλός αόριστος
counterbalanced
παθητική μετοχή
counterbalanced
02
εξισορροπώ, αντισταθμίζω
oppose and mitigate the effects of by contrary actions
03
εξισορροπώ, αντισταθμίζω
contrast with equal weight or force



























