to counteract
coun
kaʊn
kawn
ter
act
ækt
ākt

Ορισμός και σημασία του "counteract"στα αγγλικά

to counteract
01

αντιδρώ, εξουδετερώνω

to act against something in order to reduce its effect 
Transitive: to counteract effects of something
to counteract definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
counteract
γ΄ ενικό πρόσωπο
counteracts
ενεστώτα μετοχή
counteracting
απλός αόριστος
counteracted
παθητική μετοχή
counteracted
Παραδείγματα
Drinking plenty of water can help counteract the dehydrating effects of caffeine. 

Η κατανάλωση πολύ νερού μπορεί να βοηθήσει στην αντίσταση των αφυδατωτικών επιπτώσεων της καφεΐνης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store