Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to counteract
01
αντιδρώ, εξουδετερώνω
to act against something in order to reduce its effect
Transitive: to counteract effects of something
Παραδείγματα
The organization is consistently counteracting the environmental impact of its operations by adopting sustainable practices.
Ο οργανισμός αντισταθμίζει σταθερά την περιβαλλοντική επίπτωση των εργασιών του με την υιοθέτηση βιώσιμων πρακτικών.
Λεξικό Δέντρο
counteraction
counteractive
counteract



























