Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to count on
01
βασίζομαι σε, εμπιστεύομαι
to put trust in something or someone
Transitive: to count on sb/sth
Ditransitive: to count on sb/sth to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
count
ενεστώτας
count on
γ΄ ενικό πρόσωπο
counts on
ενεστώτα μετοχή
counting on
απλός αόριστος
counted on
παθητική μετοχή
counted on
Παραδείγματα
You can count on me to help you with the project; I'm always here for support.
Μπορείς να βασιστείς σε μένα για να σε βοηθήσω με το έργο· είμαι πάντα εδώ για υποστήριξη.



























