Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to count on
[phrase form: count]
01
βασίζομαι σε, εμπιστεύομαι
to put trust in something or someone
Transitive: to count on sb/sth
Ditransitive: to count on sb/sth to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
count
ενεστώτας
count on
γ΄ ενικό πρόσωπο
counts on
ενεστώτα μετοχή
counting on
απλός αόριστος
counted on
παθητική μετοχή
counted on
Παραδείγματα
We can count on the public transportation system to be punctual and efficient.
Μπορούμε να βασιστούμε στο δημόσιο σύστημα μεταφορών για να είναι ακριβές και αποτελεσματικό.



























