Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
countable
01
μετρήσιμος, αριθμήσιμος
capable of being easily counted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most countable
συγκριτικός βαθμός
more countable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The countable number of apples in the basket was ten.
Ο μετρήσιμος αριθμός των μήλων στο καλάθι ήταν δέκα.
02
μετρήσιμος
(grammar)(of a noun) having both singular and plural forms
Παραδείγματα
In English, "apple" is a countable noun because you can say "an apple" or "three apples."
Στα αγγλικά, "μήλο" είναι ένα μετρήσιμο ουσιαστικό γιατί μπορείτε να πείτε "ένα μήλο" ή "τρία μήλα".
Λεξικό Δέντρο
uncountable
countable
count



























