countable
Pronunciation
/ˈkaʊntəbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "countable"στα αγγλικά

01

μετρήσιμος, αριθμήσιμος

capable of being easily counted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most countable
συγκριτικός βαθμός
more countable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The countable people attending the event filled the auditorium.
Οι μετρήσιμοι άνθρωποι που παρακολούθησαν την εκδήλωση γέμισαν το αμφιθέατρο.
02

μετρήσιμος

(grammar)(of a noun) having both singular and plural forms
Παραδείγματα
They practiced identifying countable nouns in the sentences provided by their teacher.
Εξασκήθηκαν στην αναγνώριση των μετρήσιμων ουσιαστικών στις προτάσεις που παρείχε ο δάσκαλός τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store