Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
countable
01
μετρήσιμος, αριθμήσιμος
capable of being easily counted
Παραδείγματα
The countable people attending the event filled the auditorium.
Οι μετρήσιμοι άνθρωποι που παρακολούθησαν την εκδήλωση γέμισαν το αμφιθέατρο.
02
μετρήσιμος
(grammar)(of a noun) having both singular and plural forms
Παραδείγματα
They practiced identifying countable nouns in the sentences provided by their teacher.
Εξασκήθηκαν στην αναγνώριση των μετρήσιμων ουσιαστικών στις προτάσεις που παρείχε ο δάσκαλός τους.
Λεξικό Δέντρο
uncountable
countable
count



























