Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Airline business
01
αεροπορική εταιρεία, επιχείρηση αερομεταφορών
a commercial enterprise that provides scheduled flights for passengers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
airline businesses
LanGeek



























