Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Airline
01
αεροπορική εταιρεία, αερογραμμή
a company or business that provides air transportation services for people and goods
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
airlines
Παραδείγματα
The airline offers daily flights from New York to London.
Η αεροπορική εταιρεία προσφέρει καθημερινές πτήσεις από τη Νέα Υόρκη στο Λονδίνο.
02
σωλήνας αέρα, αεραγωγός
a hose that carries air under pressure
Λεξικό Δέντρο
airline
air
line



























