Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Couchette
01
κουκέτα
a secyion in a train or ship with seats that turns into sleeping berths
Παραδείγματα
The couchette compartment was equipped with storage for luggage.
Το διαμέρισμα κουκέτας ήταν εξοπλισμένο με χώρο αποθήκευσης για αποσκευές.



























