aircraft carrier
air
ˈɛr
er
craft
kræft
krāft
ca
rrier
riər
riēr
/ˈeəkɹaft kˈaɹɪə/

Ορισμός και σημασία του "aircraft carrier"στα αγγλικά

Aircraft carrier
01

αεροπλανοφόρο, πλοίο μεταφοράς αεροσκαφών

a large warship that carries airplanes and has a flat deck for them to take off and land
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aircraft carriers
Παραδείγματα
The aircraft carrier is a key element of the country's naval power.
Το αεροπλανοφόρο είναι ένα βασικό στοιχείο της ναυτικής ισχύος της χώρας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store