Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aircraft carrier
01
αεροπλανοφόρο, πλοίο μεταφοράς αεροσκαφών
a large warship that carries airplanes and has a flat deck for them to take off and land
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aircraft carriers
Παραδείγματα
The aircraft carrier is a key element of the country's naval power.
Το αεροπλανοφόρο είναι ένα βασικό στοιχείο της ναυτικής ισχύος της χώρας.



























