Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
airborne
01
μεταφερόμενος μέσω του αέρα, αερομεταφερόμενος
related to something that is moving or transported through the air
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The pollen from the flowers became airborne and triggered allergies for many people.
Η γύρη από τα λουλούδια έγινε μεταφερόμενη μέσω του αέρα και προκάλεσε αλλεργίες σε πολλούς ανθρώπους.



























