airborne
air
ˈeə
e
borne
bɔ:n
bawn

Ορισμός και σημασία του "airborne"στα αγγλικά

01

μεταφερόμενος μέσω του αέρα, αερομεταφερόμενος

related to something that is moving or transported through the air 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
transport, movement, air
Παραδείγματα
The pollen from the flowers became airborne and triggered allergies for many people. 

Η γύρη από τα λουλούδια έγινε μεταφερόμενη μέσω του αέρα και προκάλεσε αλλεργίες σε πολλούς ανθρώπους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store