Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Airbag
01
αερόσακος, airbag
a safety device in a vehicle designed to inflate rapidly in the event of a collision
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
airbags
Παραδείγματα
The airbag deployed upon impact, protecting the driver.
Το airbag ανοίγει κατά την πρόσκρουση, προστατεύοντας τον οδηγό.



























