corrugated
co
ˈkɔ
κο
rru
ρα
ga
ˌgeɪ
γκει
ted
tɪd
τιντ
/kˈɒɹəɡˌe‍ɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "corrugated"στα αγγλικά

corrugated
01

κυματοειδής, τυλιγμένος

having a surface or structure that is shaped with parallel grooves, ridges, or folds, often used for added strength or flexibility
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most corrugated
συγκριτικός βαθμός
more corrugated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cardboard display at the store featured corrugated panels, providing a sturdy backdrop for products.
Η χαρτονένια προβολή στο κατάστημα περιλάμβανε κυματοειδή πάνελ, παρέχοντας ένα σταθερό φόντο για τα προϊόντα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store