Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Corroding
01
διάβρωση, χημική διάβρωση
erosion by chemical action
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
corrodings
Λεξικό Δέντρο
corroding
corrode



























