corroding
Pronunciation
/kɚɹˈoʊdɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "corroding"στα αγγλικά

01

διάβρωση, χημική διάβρωση

erosion by chemical action
corroding definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store