Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
corrigible
01
διορθώσιμος, βελτιώσιμος
capable of being corrected, reformed, or improved
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most corrigible
συγκριτικός βαθμός
more corrigible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
With patience and perseverance, even the most corrigible habits can be overcome, leading to personal growth and development.
Με υπομονή και επιμονή, ακόμη και οι πιο διορθώσιμες συνήθειες μπορούν να ξεπεραστούν, οδηγώντας στην προσωπική ανάπτυξη και εξέλιξη.
Λεξικό Δέντρο
incorrigible
corrigible



























