corrigenda
co
ˌkɒ
ko
rri
ri
gen
ˈʤɛn
jen
da

Ορισμός και σημασία του "corrigenda"στα αγγλικά

01

διόρθωση

a list of errors or corrections in a printed work 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
corrigenda

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store