Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Corrigenda
01
διόρθωση
a list of errors or corrections in a printed work
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
corrigenda
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
διόρθωση