Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
corresponding
01
αντίστοιχος, ισοδύναμος
connected with or similar to something that has just been stated
Παραδείγματα
The corresponding answers in the answer key matched those marked by the students.
Οι αντίστοιχες απαντήσεις στο κλειδί απαντήσεων ταίριαζαν με αυτές που σημείωσαν οι μαθητές.
02
αντίστοιχος, συνοδευτικός
accompanying or occurring together with something else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
relation, correspondence, association
Παραδείγματα
Each payment has a corresponding receipt.
Κάθε πληρωμή έχει ένα αντίστοιχο απόδειξη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
correspondingly
corresponding
correspond



























