correlative
co
rre
ˈrɛ
re
la
tive
tɪv
tiv
corrective

Ορισμός και σημασία του "correlative"στα αγγλικά

01

συσχετιζόμενος, συσχετιζόμενη μεταβλητή

either of two or more related or complementary variables 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
correlatives
correlative
01

συσχετικός, σχετικός

having a relationship in which each side is necessary for the other 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

συσχετικός, αλληλοεξαρτώμενος

having a give-and-take relationship 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store