Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Correlative
01
συσχετιζόμενος, συσχετιζόμενη μεταβλητή
either of two or more related or complementary variables
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
correlatives
correlative
01
συσχετικός, σχετικός
having a relationship in which each side is necessary for the other
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
συσχετικός, αλληλοεξαρτώμενος
having a give-and-take relationship



























