Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Corrective
01
διορθωτικό, συσκευή θεραπείας
a device for treating injury or disease
corrective
01
διορθωτικός, διορθωτικό
intended or designed to improve or correct a bad or undesirable situation
Παραδείγματα
The corrective actions taken by the government aimed to reduce pollution levels in the city.
Οι διορθωτικές ενέργειες που πάρθηκαν από την κυβέρνηση είχαν στόχο τη μείωση των επιπέδων ρύπανσης στην πόλη.
02
διορθωτικός, πειθαρχικός
designed to promote discipline



























