corrective
Pronunciation
/kɝˈɛktɪv/

Ορισμός και σημασία του "corrective"στα αγγλικά

01

διορθωτικό, συσκευή θεραπείας

a device for treating injury or disease
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
correctives
corrective
01

διορθωτικός, διορθωτικό

intended or designed to improve or correct a bad or undesirable situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most corrective
συγκριτικός βαθμός
more corrective
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The corrective actions taken by the government aimed to reduce pollution levels in the city.
Οι διορθωτικές ενέργειες που πάρθηκαν από την κυβέρνηση είχαν στόχο τη μείωση των επιπέδων ρύπανσης στην πόλη.
02

διορθωτικός, πειθαρχικός

designed to promote discipline
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store