Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Corrective
01
διορθωτικό, συσκευή θεραπείας
a device for treating injury or disease
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
correctives
corrective
01
διορθωτικός, διορθωτικό
intended or designed to improve or correct a bad or undesirable situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most corrective
συγκριτικός βαθμός
more corrective
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The corrective action plan addressed the issues identified in the audit.
Το σχέδιο διορθωτικής δράσης αντιμετώπισε τα ζητήματα που εντοπίστηκαν στον έλεγχο.
02
διορθωτικός, πειθαρχικός
designed to promote discipline



























