corporal punishment
cor
ˈkɔ:
κο
po
πα
ral
rəl
ραλ
pu
πα
nish
nɪʃ
νισ
ment
mənt
μαντ

Ορισμός και σημασία του "corporal punishment"στα αγγλικά

Corporal punishment
01

σωματική τιμωρία, σωματική ποινή

the physical punishment of people, especially of children or convicts 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Corporal punishment, such as spanking or paddling, is a controversial method of disciplining children. 

Η σωματική τιμωρία, όπως το χτύπημα ή το ξύλο, είναι μια αμφιλεγόμενη μέθοδος πειθαρχίας των παιδιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store