coronary
co
ˈkɒ
ko
ro
na
ry
ri
ri
corollary

Ορισμός και σημασία του "coronary"στα αγγλικά

01

στεφανιαίος, στεφανιαία θρόμβωση

obstruction of blood flow in a coronary artery by a blood clot (thrombus) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coronaries
01

στεφανιαίος, καρδιακός

relating to the heart or the network of blood vessels encircling it 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Coronary artery disease occurs when the coronary arteries become narrowed or blocked, leading to reduced blood flow to the heart muscle. 

Η νόσος των στεφανιαίων αρτηριών εμφανίζεται όταν οι στεφανιαίες αρτηρίες στενεύουν ή αποκλείονται, οδηγώντας σε μειωμένη ροή αίματος στον μυ της καρδιάς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store