Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Corollary
01
πόρισμα
(logic) a preposition that is inferred following the proof of another one
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
corollaries
02
συνέπεια, πόρισμα
a thing that is the direct or natural result of another
Παραδείγματα
The rise in crime rates was a corollary of the economic downturn.
Η αύξηση των ποσοστών εγκληματικότητας ήταν ένα συμπέρασμα της οικονομικής ύφεσης.
Λεξικό Δέντρο
corollary
corolla



























