corollary
co
ro
ˈrɒ
ro
lla
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "corollary"στα αγγλικά

01

πόρισμα

(logic) a preposition that is inferred following the proof of another one 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
corollaries
02

συνέπεια, πόρισμα

a thing that is the direct or natural result of another 
Παραδείγματα
The rise in crime rates was a corollary of the economic downturn. 

Η αύξηση των ποσοστών εγκληματικότητας ήταν ένα συμπέρασμα της οικονομικής ύφεσης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

corollary
corolla
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store