Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Copycat
01
μιμητής, άτομο που αντιγράφει
a person who imitates the actions, clothes, ideas, etc. of someone else
χιουμοριστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
copycats
Παραδείγματα
In the fashion industry, designers often face challenges with copycat brands imitating their latest creations.
Είναι απλώς ένας μιμητής που αντιγράφει διάσημους αθλητές.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
copycat
copy
cat



























