copycat
co
ˈkɒ
κο
py
pi
πι
cat
kæt
καιτ

Ορισμός και σημασία του "copycat"στα αγγλικά

01

μιμητής, άτομο που αντιγράφει

a person who imitates the actions, clothes, ideas, etc. of someone else 
χιουμοριστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
copycats
Παραδείγματα
In the fashion industry, designers often face challenges with copycat brands imitating their latest creations. 

Είναι απλώς ένας μιμητής που αντιγράφει διάσημους αθλητές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

copycat

copy

+

cat

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store