copiously
co
ˈkəʊ
κεου
pious
piəs
πιασ
ly
li
λι

Ορισμός και σημασία του "copiously"στα αγγλικά

01

άφθονα, πλουσιοπάροχα

in large amounts or quantities, often to an excessive degree 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The report was copiously detailed, making it hard to read. 

Η αναφορά ήταν άφθονα λεπτομερής, κάνοντας δύσκολη την ανάγνωση της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

copiously
copious
copy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store