cooling
coo
ˈku:
koo
ling
lɪng
ling
cookingcoilingcowlingcodling

Ορισμός και σημασία του "cooling"στα αγγλικά

01

ψύξη, δροσισμός

the process of lowering the temperature of something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The cooling of the cake in the fridge helps it set properly. 

Η ψύξη του κέικ στο ψυγείο βοηθά να πήξει σωστά.

02

ψύξη, σύστημα ψύξης

a mechanism for keeping something cool 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cooling
cool
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store