Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
convoluted
01
περιπλεγμένος, πολύπλοκος
(of sentences, explanations, arguments, etc.) long and difficult to understand, often due to complexity or excessive detail
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most convoluted
συγκριτικός βαθμός
more convoluted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lawyer's convoluted argument confused the jury rather than clarifying the case.
Το περιπλεγμένο επιχείρημα του δικηγόρου μπέρδεψε το δικαστήριο αντί να διευκρινίσει την υπόθεση.
02
τυλιγμένος, ελιγμούς
formed through the process of rolling or winding an object or material lengthwise around its own axis
Παραδείγματα
The convoluted shape of the coral reef made navigation difficult.
Το κουλουριασμένο σχήμα του κοραλλιογενούς υφάλου έκανε την πλοήγηση δύσκολη.
Λεξικό Δέντρο
convoluted
convolute



























