convincing
con
kən
καν
vin
ˈvɪn
βιν
cing
sɪng
σινγκ
rinsingmincing

Ορισμός και σημασία του "convincing"στα αγγλικά

convincing
01

πειστικός

able to make someone believe that something is right or true 
convincing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most convincing
συγκριτικός βαθμός
more convincing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
argument, persuasion, evidence
Παραδείγματα
The convincing evidence presented by the prosecutor left no doubt of the defendant's guilt. 

Τα πειστικά στοιχεία που παρουσίασε ο εισαγγελέας δεν άφησαν καμία αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου.

01

πειθώ, πειστικότητα

the act of persuading or making someone believe something to be true 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
After a lot of convincing, she finally agreed to join the project. 

Μετά από πολλή πειθώ, τελικά συμφώνησε να συμμετάσχει στο έργο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

convincingly
convincingness
unconvincing
convincing
convince
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store