convent
Pronunciation
/ˈkɑnˌvɛnt/, /ˈkɑnvənt/

Ορισμός και σημασία του "convent"στα αγγλικά

01

μοναστήρι, γυναικείο μοναστήρι

a building where a group of nuns live, work, and worship
convent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
convents
Παραδείγματα
She spent several months at the convent, reflecting on her spiritual journey.
Πέρασε αρκετούς μήνες στο μοναστήρι, αναλογιζόμενη το πνευματικό της ταξίδι.
02

μοναστήρι, κονβέντ

a community of people in a religious order (especially nuns) living together
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store