Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Convent
01
μοναστήρι, γυναικείο μοναστήρι
a building where a group of nuns live, work, and worship
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
convents
Παραδείγματα
The convent sits on a quiet hill, surrounded by gardens and peaceful nature.
Το μοναστήρι βρίσκεται σε ένα ήσυχο λόφο, περιβαλλόμενο από κήπους και γαλήνια φύση.
02
μοναστήρι, κονβέντ
a community of people in a religious order (especially nuns) living together



























