Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Convent
01
μοναστήρι, γυναικείο μοναστήρι
a building where a group of nuns live, work, and worship
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
convents
Παραδείγματα
She spent several months at the convent, reflecting on her spiritual journey.
Πέρασε αρκετούς μήνες στο μοναστήρι, αναλογιζόμενη το πνευματικό της ταξίδι.
02
μοναστήρι, κονβέντ
a community of people in a religious order (especially nuns) living together



























