Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
convenient
01
βολικός, κατάλληλος
favorable or well-suited for a specific purpose or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most convenient
συγκριτικός βαθμός
more convenient
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
utility, time, situation
Παραδείγματα
The meeting time was convenient for everyone involved.
Η ώρα της συνάντησης ήταν βολική για όλους τους εμπλεκόμενους.
02
βολικός, άνετος
suited to one's comfort or preferences, often in terms of time, location, or availability
Παραδείγματα
The new store's location is convenient for shoppers living nearby.
Η τοποθεσία του νέου καταστήματος είναι βολική για τους πελάτες που ζουν κοντά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
conveniently
inconvenient
convenient
convene



























