Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Contracting
01
σύσπαση, μόλυνση
becoming infected
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
contractings
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
contracting
contract



























