contracting
cont
ˈkɒnt
kont
rac
ræk
rāk
ting
tɪng
ting
contrasting

Ορισμός και σημασία του "contracting"στα αγγλικά

01

σύσπαση, μόλυνση

becoming infected 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
contractings

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

contracting
contract
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store