Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Contraception
01
αντισύλληψη, πρόληψη εγκυμοσύνης
the intentional prevention of pregnancy using various methods or devices
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Contraception involves methods to avoid unintended pregnancies.
Η αντισύλληψη περιλαμβάνει μεθόδους για την αποφυγή ανεπιθύμητων εγκυμοσύνων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
contraception
contracept



























