contingent
con
kən
kēn
tin
ˈtɪn
tin
gent
ʤənt
jēnt
continuantcontinent

Ορισμός και σημασία του "contingent"στα αγγλικά

01

αποστολή, ομάδα

a group of people with a shared characteristic or purpose 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
contingents
Παραδείγματα
A contingent of volunteers arrived early to help set up the event. 

Μια ομάδα εθελοντών έφτασε νωρίς για να βοηθήσει στην προετοιμασία της εκδήλωσης.

02

αποστολή, απόσπασμα

a group of military personnel sent to join a larger force 
Παραδείγματα
The small contingent arrived to reinforce the main army. 

Το μικρό απόσπασμα έφτασε για να ενισχύσει τον κύριο στρατό.

contingent
01

υπό όρους, προσωρινός

temporary and dependent on specific conditions or circumstances 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Contingent workers are hired for short-term assignments. 

Οι προσωρινοί εργαζόμενοι προσλαμβάνονται για βραχυπρόθεσμες αποστολές.

02

υποθετικός, εξαρτώμενος

depending on certain conditions or factors, making something possible to occur but not certain 
Παραδείγματα
The success of the project was contingent upon securing adequate funding. 

Η επιτυχία του έργου ήταν εξαρτώμενη από την εξασφάλιση επαρκούς χρηματοδότησης.

03

επεισοδιακός, εξαρτώμενος

true based on facts or circumstances, but not necessarily true in all situations or by logical necessity 
Παραδείγματα
That the sun rises in the east is a contingent fact. 

Το ότι ο ήλιος ανατέλλει στην ανατολή είναι ένα περιστασιακό γεγονός.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store