contingency
Pronunciation
/kənˈtɪndʒənsi/

Ορισμός και σημασία του "contingency"στα αγγλικά

01

ενδεχόμενο, περιστασιακότητα

an event or situation that might happen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
contingencies
Παραδείγματα
Insurance policies protect against contingencies.
Οι ασφαλιστικές πολιτικές προστατεύουν από απρόβλεπτες περιστάσεις.
02

συνέπεια, ενδεχόμενο

the condition of depending on something else
Παραδείγματα
Admission to the program is a contingency on passing the entrance exam.
Η εισαγωγή στο πρόγραμμα είναι προϋπόθεση για την επιτυχία στις εισαγωγικές εξετάσεις.
03

εφεδρεία

the funds that are set aside for unforeseen expenses that may arise in the future
Παραδείγματα
Personal finance experts recommend building a contingency fund equivalent to three to six months' worth of living expenses to provide a financial buffer in case of job loss or medical emergencies.
Οι ειδικοί στις προσωπικές οικονομικές υποθέσεις συνιστούν τη δημιουργία ενός αντιληπτικού ταμείου ισοδύναμου με τρεις έως έξι μήνες δαπανών διαβίωσης για να παρέχουν ένα οικονομικό προστατευτικό σε περίπτωση απώλειας εργασίας ή ιατρικών εκτάκτων αναγκών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store