Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Contingency
01
ενδεχόμενο, περιστασιακότητα
an event or situation that might happen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
contingencies
Παραδείγματα
The team drafted backup plans for various contingencies.
Η ομάδα συνέταξε σχέδια αντιμετώπισης για διάφορες απρόβλεπτες καταστάσεις.
02
συνέπεια, ενδεχόμενο
the condition of depending on something else
Παραδείγματα
Their promotion was subject to the contingency of meeting sales targets.
Η προαγωγή τους υπόκειτο στην προϋπόθεση της επίτευξης των στόχων πωλήσεων.
03
εφεδρεία
the funds that are set aside for unforeseen expenses that may arise in the future
Παραδείγματα
The company allocated a portion of its budget as a contingency to cover unexpected costs, such as equipment repairs or legal fees.
Η εταιρεία διαθέτει ένα μέρος του προϋπολογισμού της ως αντίγραφο για την κάλυψη απροσδόκητων δαπανών, όπως επισκευές εξοπλισμού ή νομικά έξοδα.
Λεξικό Δέντρο
contingency
contingence
conting



























