Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Continence
01
εγκράτεια, σεξουαλική εγκράτεια
the act of restraining yourself from sexual intercourse
Παραδείγματα
His commitment to continence surprised his peers.
Η δέσμευσή του για εγκράτεια εξέπληξε τους συνομηλίκους του.
02
συγκράτηση, έλεγχος σφιγκτήρων
the ability to consciously control the release of urine or feces
Παραδείγματα
Medications were prescribed to improve her continence.
Συνταγογραφήθηκαν φάρμακα για να βελτιωθεί η ικανότητα ελέγχου της ούρησης και της αφόδευσης της.
Λεξικό Δέντρο
continency
incontinence
continence
contin



























