continence
con
ˈkɒn
kon
ti
ti
nence
nəns
nēns
contingencecontinuance

Ορισμός και σημασία του "continence"στα αγγλικά

01

εγκράτεια, σεξουαλική εγκράτεια

the act of restraining yourself from sexual intercourse 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The monk took a vow of continence as part of his spiritual discipline. 

Ο μοναχός έδωσε όρκο συγκράτησης ως μέρος της πνευματικής του πειθαρχίας.

02

συγκράτηση, έλεγχος σφιγκτήρων

the ability to consciously control the release of urine or feces 
Παραδείγματα
After the surgery, the patient temporarily lost continence. 

Μετά την επέμβαση, ο ασθενής έχασε προσωρινά την εγκράτεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store